Γιώργος Μιχαήλ

Πεθαίνουμε χωρίς μάχη

Άρθρο του Γιώργου Μιχαήλ

Το πιο λυπηρό στοιχείο της σημερινής Ελλάδας είναι ότι πεθαίνει χωρίς μάχη. Και αποτελεί επίσης λυπηρό το γεγονός πως κανένα από τα μεγάλα Ελληνικά κόμματα δεν αντιλαμβάνεται ποια είναι η ρίζα του προβλήματος.

Το ανεξέλεγκτο κράτος, σε αναλογία πληθυσμού ίσως το μεγαλύτερο σε μέγεθος στον κόσμο, έχει δημιουργήσει ένα καθεστώς μέσα στο οποίο δεν είναι δυνατόν να επιβιώσει κανένας. Τουλάχιστον προσπαθώντας να τηρήσει τους νόμους του. Πρέπει πάση θυσία να παραβατήσει για να παραμείνει στη ζωή. Και φυσικά το κράτος σημειώνει όλες τις παραβάσεις και την κατάλληλη στιγμή επιφυλάσσει την χαριστική βολή για τους πολίτες.

Την ίδια στιγμή φέρνει αντιμέτωπους τους εργαζόμενους σε αυτό με τους εργαζόμενους στον ιδιωτικό τομέα. Δημιουργεί δύο κατηγορίες πολιτών ενώ στην πραγματικότητα τους συμπεριφέρεται σαν να είναι μία.

Οι εργαζόμενοι στο δημόσιο καταστρέφουν τα όνειρά τους για να απορροφηθούν σε κάτι το οποίο δεν έχει νόημα για εκείνους. Ταυτόχρονα το κράτος τους αντιμετωπίζει σαν μισθωτούς. Συνεπώς είναι οι μισθοί τους εκείνοι οι οποίοι δέχονται την πρώτη επίθεση φόρων και περικοπών. Ακριβώς όπως συμβαίνει και με τους μισθούς των ιδιωτικών υπαλλήλων. Εν τω μεταξύ δεν υπάρχει καμία περίπτωση να ξεκινήσει μία νέα ιδιωτική επιχείρηση εάν το κράτος δεν συμμετέχει άμεσα ή έμμεσα, μέσω της φορολογίας. Με αυτόν τον τρόπο δεν επιτρέπει την απελευθέρωση της δημιουργικότητας των ανθρώπων. Περιορίζει στο ελάχιστο την πρωτοβουλία τους. Για να τους ελέγχει πλήρως. Και έτσι σήμερα έχει σχεδόν σβηστεί από το χάρτη η βιομηχανία της χώρας. Έχει ωστόσο ανθίσει αυτή της Γερμανίας.

Το κράτος πρέπει να περιοριστεί στις διοικητικές λειτουργίες και στη μέριμνα για τους πολίτες του. Πρέπει να τους αφήσει να πάρουν ανάσα και να αρχίσουν από την αρχή το χτίσιμο της χώρας μας. Σε μια Ελλάδα στην οποία πεθαίνουμε χωρίς μάχη.

Έχουμε διαλύσει όλες τις βάσεις και τα θεμέλιά μας. Έχουμε πλημμυρίσει μετανάστες οι οποίοι σε λίγο καιρό θα έχουν ξεπεράσει το 30% του πληθυσμού. 3 στους 10 ανθρώπους εκεί έξω δεν θα μπορούν να μας νιώσουν. Δεν θα τους καίγεται καρφί για τους συνανθρώπους τους. Και το κράτος μας θα τους συντηρεί όσο του στέλνει χρήματα η ΕΕ, τα οποία τις περισσότερες φορές τα κακοδιαχειρίζεται. Γιατί δεν είναι δυνατόν να έχει φτιάξει η Τουρκία τεράστιους χώρους φιλοξενίας – επαναπροώθησης και να αδυνατεί το δικό μας κράτος να κάνει το ίδιο. Να προσφέρει αυτή την ανακούφιση στους πολίτες του οι οποίοι έχουν ζαλιστεί πλέον από όλα τα χτυπήματα.

Η οικονομία μας δεν θα βελτιωθεί εάν δεν υποχωρήσει το κράτος. Η συνοχή μας δεν θα επανέλθει εάν τα παιδιά μας δεν αντλήσουν την απαραίτητη ενέργεια και θέληση από το σχολείο τους και τα πανεπιστήμιά τους. Η Τουρκία θα μας απειλεί αιώνια εάν δεν μάθουμε ξανά πως δεν μας επιτρέπει η ιστορία μας να πεθαίνουμε χωρίς μάχη μεταφορικά και κυριολεκτικά. Όλοι οι λαοί και όλοι οι άνθρωποι έχουν την μοίρα τους. Αυτό που έχει σημασία είναι η προσπάθεια την οποία καταβάλουν ώσπου αυτή η μοίρα να παρουσιαστεί μπροστά τους.