Γιώργος Μιχαήλ

Μεταπολίτευση

Άρθρο του Γιώργου Μιχαήλ

Η μεταπολίτευση στο μυαλό των περισσοτέρων Ελλήνων έχει καταγραφεί ως η μετάβαση από την δικτατορία στη δημοκρατία το 1974. Ωστόσο, αρκετοί είναι εκείνοι οι οποίοι σήμερα μπορεί να υποστηρίξουν πως η δικτατορία δεν μπορεί να χαρακτηρίζεται, τη σύγχρονη εποχή, ως πολίτευμα. Κάποιοι μπορεί ακόμα να ισχυριστούν πως τα γεγονότα του 1974 οδήγησαν στη μεταπολίτευση από την Βασιλευομένη Δημοκρατία στην Κοινοβουλευτική Δημοκρατία. Και ίσως αυτός ο ισχυρισμός να καθρεπτίζει και την πραγματικότητα. Γιατί η δικτατορία λειτούργησε περισσότερο ως ένα μεταβατικό στάδιο για την μετεξέλιξη της δημοκρατίας της Ελλάδας από βασιλευομένη σε προεδρευομένη κοινοβουλευτική, η οποία αποτελεί και το σημερινό πολίτευμα.

Φυσικά, για να πραγματοποιηθεί αυτή η μετάβαση χρειάστηκε να χυθεί πάρα πολύ αίμα, κυρίως στη μεγαλόνησο της Κύπρου. Αυτό όμως είναι μια άλλη ιστορία. Ωστόσο, αυτό το οποίο αξίζει να σημειωθεί, όσον αφορά αυτή τη μετατροπή του δημοκρατικού πολιτεύματος, ήταν το γεγονός της ραγδαίας αύξησης της δυναμικής αλλά και της εξουσίας των κομμάτων.

Όλες τις δεκαετίες, πριν το 1967, ο Βασιλιάς λειτουργούσε σε αρκετές περιπτώσεις ως ένα θεσμικό ρυθμιστικό όργανο της πολιτικής κατάστασης της Ελλάδας. Μετά το 1974, ο Βασιλιάς αντικαθίσταται από τον πρόεδρο της δημοκρατίας από τον οποίο ωστόσο έχουν πλέον αφαιρεθεί οι ενισχυμένες αρμοδιότητες του Βασιλιά. Παράλληλα, η σημαντικότερη αλλαγή η οποία έλαβε χώρα μετά από αυτήν την μεταπολίτευση ήταν η αλλαγή νοοτροπίας των πολιτικών και την ίδια στιγμή η αλλαγή της γενικότερης πολιτικής της χώρας.

Από την ίδρυση του νέου Ελληνικού κράτους και έως το 1974, ανεξάρτητα από το πολιτικό σύστημα διακυβέρνησης το οποίο επικρατούσε, η πολιτική της Ελλάδας ήταν πάντοτε Εθνοκεντρική. Από το 1974 και έπειτα η πολιτική αυτή άρχισε σταδιακά να αλλοιώνεται ώσπου να φτάσουμε στη σημερινή σχεδόν Εθνικομηδενιστική νοοτροπία.

Αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα πως όσοι κυβέρνησαν την Ελλάδα μετά το 1974 συμφωνούσαν με αυτή τη νοοτροπία ή ότι προσπάθησαν να την επιβάλλουν. Αντίθετα, ο Εθνικομηδενισμός αναδύθηκε ουσιαστικά με έναν φυσικό τρόπο, υποστηριζόμενος από έναν πολύ σημαντικό παράγοντα. Την έλλειψη ενός ανώτατου άρχοντα όπως και εάν αυτός ονομάζεται. Η αντικατάσταση αυτή του ανώτατου κυβερνήτη από την εξουσία των κοινοβουλευτικών κομμάτων υποβοήθησε όλα τα απαραίτητα για τη διάβρωση του ήθους, των αρχών, των εθίμων και της παράδοσης στοιχεία, να ανέλθουν στην επιφάνεια και να επιβληθούν στο κοινωνικό σύνολο.

Αυτό το κατάφεραν δια μέσου όλων των διαθέσιμων μεθόδων, όπως της παιδείας, της τέχνης, του κινηματογράφου και της τηλεόρασης. Η αφαίρεση αυτών των πατριωτικών στοιχείων μέσα από την σκέψη και την καρδιά των Ελλήνων, παραχώρησε τον απαραίτητο χώρο στα κόμματα ώστε αυτά να δημιουργήσουν σιγά σιγά και ανεπαίσθητα το δικό τους καθεστώς.

Μετά την κατάρρευση του σοσιαλισμού, το 1990, άρχισαν πλέον να τίθενται οι βάσεις σε ολόκληρο τον πλανήτη για τη δημιουργία των σημερινών πολυεθνικών κρατών, ένα από τα οποία αποτελεί σήμερα και η Ελλάδα.

Στην Ελλάδα, ωστόσο, ο κόσμος ακόμα προσπαθεί να αντισταθεί ενάντια σε αυτή τη βίαιη και ξαφνική αλλαγή. Και εάν κάποιος θέλει σήμερα να σκιαγραφήσει την κατάσταση της Ελληνικής κοινωνίας, θα καταλήξει στο συμπέρασμα πως αυτή είναι μια κατάσταση αναμονής. Γιατί οι Έλληνες αναμένουν σήμερα το θάνατο του παλιού και τη γέννηση του καινούργιου. Και εάν ένας ανώτατος κυβερνήτης είναι απαραίτητος σε όλες οι χώρες και σε όλα τα έθνη για την δημιουργία μιας πραγματικά ευημερούσας κατάστασης, τότε γιατί αυτός να μην εκλέγεται απευθείας από τον λαό κάθε 4 χρονιά, όπως συμβαίνει σε πολλά άλλα πολιτισμένα κράτη του πλανήτη ;  Κάτι τέτοιο φυσικά θα σημάνει την ανάγκη αλλαγής του πολιτεύματος από προεδρευομένη κοινοβουλευτική δημοκρατία σε προεδρική δημοκρατία στα πρότυπα των ΗΠΑ αλλά και της Ελληνικής Κύπρου.

Η αλλαγή αυτή δεν μπορεί, ωστόσο, από μόνη της να βελτιώσει την κατάσταση. Μια πραγματική βελτίωση μπορεί να προκύψει με την ταυτόχρονη ανάδυση ενός πατριωτικού φιλελευθερισμού. Ο φιλελευθερισμός, αν και παρεξηγήσιμη έννοια, δεν σημαίνει τίποτε άλλο από την απελευθέρωση της μοναδικής πηγής ενέργειας μιας οικονομίας. Της ιδιωτικής πρωτοβουλίας. Η απελευθέρωση αυτή, αν και επίσης παρεξηγήσιμη πλέον στην Ελλάδα, δεν θα σήμαινε απαραίτητα την κατάργηση των επαγγελματικών ή συνδικαλιστικών σωματείων ή την εκμετάλλευση των εργαζομένων. Η πρωτοβουλία αυτή εάν αντίθετα συνδυαστεί με μια αναβάθμιση των συνδικαλιστικών σωματείων σε σωματεία συνεταιρισμού τα οποία θα διαφυλάσσουν τα συμφέροντα των μελών τους, αλλά όχι με σκοπό την διάλυση του οργανισμού στον οποίο εργάζονται τα μέλη του, θα εξασφαλίζουν ταυτόχρονα και τις σωστές εργασιακές συνθήκες αλλά και τα έσοδα των μελών αυτών.

Γιατί τα έσοδα των μελών ενός σωματείου εξαρτώνται από την επιβίωση του οργανισμού στον οποίο εργάζονται και όχι από τη διάλυσή του. Ο σκοπός των σωματείων αυτών λοιπόν, θα πρέπει να αλλάξει ώστε να συνδυάσει την προστασία των συμφερόντων των μελών του με την βελτίωση της λειτουργίας των οργανισμών στους οποίους αυτά απασχολούνται. Μόνο μια μεταρρύθμιση σαν αυτή θα ενθαρρύνει δειλά δειλά την ανάπτυξη νέων και την επιστροφή παλαιών βιομηχανιών στην Ελλάδα. Και αυτός είναι και ο μοναδικός τρόπος εξάλειψης της ανεργίας.

Η λέξη πατριωτισμός είναι επίσης παρεξηγήσιμη. Ωστόσο, εάν η ανθρώπινη ιδιωτική πρωτοβουλία δεν προστατεύεται ηθικά από μια μεγαλόπνοη Εθνική ιδέα, τότε μπορεί πράγματι να εκτροχιαστεί από την πορεία της.

Ο πατριωτισμός πρέπει να λειτουργήσει σαν το κίνητρο και ταυτόχρονα το εργαλείο αυτοσυγκράτησης της ιδιωτικής απελευθέρωσης και πρωτοβουλίας. Και αυτή θα ήταν μια πραγματική μεταπολίτευση του εικοστού πρώτου αιώνα. Μια μεταπολίτευση αντάξια του ονόματος της Ελλάδας, η οποία ίσως αποτελεί πλέον τη μοναδική διέξοδο σωτηρίας της από την άβυσσο στην οποία βυθίζεται καθημερινά.